Τα νεκροταφεία είναι γεμάτα από δικαιωμένους, αλλά δεν είναι και προς θάνατον τελικά να θυμάται κανείς κάποιες φορές που θα μπορούσε να έχει δικαιωθεί. Όχι για κανένα άλλον λόγο, αλλά γιατί οι προϋποθέσεις εκείνης της δικαίωσης επανεμφανίζονται. Για το ΠΑΣΟΚ ο λόγος.
Πέρσι τέτοια εποχή σε σύσκεψη πολιτικών συντακτών συζητιόταν «η επιστροφή Τσίπρα και οι πιθανές επιπτώσεις της στο πολιτικό σκηνικό». Λέγαμε ο καθένας την άποψη του (άλλωστε, όλοι έχουμε τουλάχιστον από μια…) και κάποια στιγμή μου ζητήθηκε να πω τι μπορεί να σημαίνει για το ΠΑΣΟΚ η αναμενόμενη, τότε, επιστροφή του Αλέξη Τσίπρα στην κεντρική πολιτική σκηνή.
Ομολογώ ότι έχω την συνήθεια, στηριζόμενος σε λογικές επαγωγές και μια στοιχειώδη γνώση του χώρου, να προβάλλω το ρεπορτάζ σε ένα πλαίσιο ανάλυσης. Κάπως έτσι επικαλέστηκα κάποιες πηγές μου, γνωστά στελέχη του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης που δεν πρόσκεινται στην ηγεσία, και να πω σε γενικές γραμμές τα παρακάτω: Η επιστροφή Τσίπρα με νέο κόμμα μπορεί υπό προϋποθέσεις να αποτελέσει μία ευκαιρία για το ΠΑΣΟΚ. Να παρουσιάσει ένα συγκροτημένο και ρεαλιστικό πρόγραμμα και με μια σοβαρή «ομάδα κρούσης» στα ΜΜΕ να θυμίζει τα πεπραγμένα Τσίπρα και της κυβέρνησης του, αναδεικνύοντας εξ αντανακλάσεως έτσι το συγκριτικό πλεονέκτημα του ΠΑΣΟΚ ως εναλλακτική στη ΝΔ.
Το πρόγραμμα παρουσιάστηκε και κατά γενική ομολογία ήταν -μεταξύ των όσων κατατέθηκαν από την υπόλοιπη αντιπολίτευση- μακράν το πιο σοβαρό. Το μόνο στο οποίο μπορεί να στηριχθεί μια ρεαλιστική αντιπολιτευτική πρόταση απέναντι στην κυβερνητική πολιτική. Χωρίς να ισοπεδώνει τα πάντα, αλλά αναδεικνύοντας τομείς όπου υπάρχουν πραγματικές δυνατότητες διόρθωσης της πορείας και βελτίωσης των δεδομένων. Απαντήσεις δηλαδή σε αυτό που ζητάει τελικά ο απλός πολίτης. Τι παραπάνω μπορεί όντως να δοθεί μέσα στο πλαίσιο των δημοσιονομικών δεδομένων.
Από εκεί κι έπειτα τι έκανε η Χαριλάου Τρικούπη; Μάλλον τίποτε. Ή μάλλον έκανε. Ένα συνέδριο για να ξεκαθαρίσει και να δεσμεύσει την επόμενη κοινοβουλευτική ομάδα ότι δεν πρόκειται να συνεργαστεί με τη ΝΔ! «Με την καμία», που λένε και οι πιτσιρικάδες. «Ούτε με σφαίρες» που λέμε εμείς. Ακόμη και αν είναι η μόνη δύναμη που μπορεί να λειτουργήσει ως σταθεροποιητικός παράγοντας σε ένα σκηνικό ακυβερνησίας το οποίο μπορεί να οδηγήσει την χώρα σε αλλεπάλληλες εκλογές…
Και βέβαια για ομάδα που θα αναδεικνύει το προγραμματικό συγκριτικό πλεονέκτημα του ΠΑΣΟΚ ούτε λόγος. Αντίθετα, στο ίδιο συνέδριο επιβεβαιώθηκε κυριαρχία της ομάδας περί τον πρόεδρο Νίκο Ανδρουλάκη με την παραχώρηση προς τα «αριστερά» της απόφασης που λέγαμε. Με την εκκαθάριση την ίδια στιγμή ενοχλητικών φωνών από τα όργανα – που πάντως δεν λειτουργούσαν και τόσο συχνά.
Η ΔΕΥΤΕΡΗ ΕΥΚΑΙΡΙΑ
Έξι μήνες μετά το συνέδριο του ΠΑΣΟΚ και τέσσερις μήνες μετά την εμφάνιση της ΕΛΑΣ του Αλ. Τσίπρα η κατάσταση εμφανίζεται ως εξής. Το νέο κόμμα όχι μόνο δεν προκάλεσε καμιά «έκρηξη ενθουσιασμού», αλλά αντίθετα αγωνίζεται να προσεγγίσει το 17,8%, ποσοστό με το οποίο συνετρίβη το 2023. Και για το οποίο ο πρώην πρωθυπουργός αναγκάστηκε να «παραμερίσει» από την ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ. Παράλληλα, τα νεοφώτιστα στελέχη της ΕΛΑΣ διαγωνίζονται στα τηλεοπτικά παράθυρα για το ποιος θα κάνει την μεγαλύτερη γκάφα. Ενώ και οι εμφανίσεις του ίδιου του Αλέξη Τσίπρα δεν προκαλούν κανένα κύμα συμπάθειας.
Ο Τσίπρας προσπαθεί να συγκρατήσει εκείνους που του είχαν μείνει πιστοί στις δεύτερες εκλογές του 2023, αν και το όριο με το οποίο θα έπρεπε να συγκρίνεται – κανονικά να αποτελεί αφετηρία – είναι το 20% των πρώτων, επίσης καταστροφικών, εκλογών του 2023. Αλλά γι’ αυτό το όριο ούτε λόγος – ίσως μόνο ο Γ. Ιωακειμίδης είχε το θάρρος να παραδεχθεί ότι αυτός (πρέπει να) είναι ο στόχος και μετά δεν τον ξαναείδαμε σε κάποιο τηλεοπτικό παράθυρο.
Τούτων δοθέντων ίσως πρέπει να σκεφτούμε ότι ο μακαρίτης Κώστας Σημίτης με την περίφημη φράση του προ διετίας στα 50α γενέθλια του ΠΑΣΟΚ, «οι ευκαιρίες δεν είναι άπειρες», είχε δίκιο γιατί έδινε στην ηγεσία του κόμματος τη δυνατότητα και μιας δεύτερης ευκαιρίας. Όχι άπειρες, αλλά για μια δεύτερη φορά.
Αυτή η δεύτερη φορά βρίσκεται μπροστά στην Χαριλάου Τρικούπη. Διορθώνοντας όλα εκείνα που το έφεραν από την δεύτερη δημοσκοπικά θέση του 2024 στην τρίτη φέτος. Διεκδικώντας από έναν Τσίπρα που αποδεικνύει καθημερινά ότι δεν αλλάζει («ή εμείς ή αυτοί» , «ή εμείς ή κανείς») την δεύτερη θέση. Έστω με μια ψήφο διαφορά.