ΑΟΖ, νησιά και Χάγη: Τι λέει πραγματικά το διεθνές δίκαιο και πού πατάει η ελληνική θέση

Δημήτριος Καρκαμάνης 07 Νοε 2026

Στη συνεχιζόμενη δημόσια συζήτηση με αφορμή χάρτες που κυκλοφορούν για την επήρεια νησιών σε διεθνείς αποφάσεις, επανέρχεται το γνωστό ερώτημα: έχουν τα ελληνικά νησιά του Αιγαίου και της Ανατολικής Μεσογείου ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδα; 

Η απάντηση του διεθνούς δικαίου είναι σαφής, αλλά απαιτεί νηφαλιότητα. Γιατί το κρίσιμο δεν είναι αν έχουν δικαίωμα, αλλά πόση επήρεια θα λάβουν όταν έρθει η ώρα της οριοθέτησης.

1. Το νομικό θεμέλιο: το άρθρο 121


Η ελληνική θέση στηρίζεται στο άρθρο 121 της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας (UNCLOS), που κυρώθηκε από την Ελλάδα με τον Ν. 2321/1995 και θεωρείται σήμερα εθιμικό δίκαιο, δηλαδή δεσμεύει και κράτη που δεν είναι μέλη, όπως η Τουρκία.


Η διάταξη είναι διατυπωμένη σε τρία επίπεδα:

Πρώτον, ορίζει τι είναι νησί. 

Δεύτερον, στην παράγραφο 2 ορίζει ρητά ότι «η αιγιαλίτιδα ζώνη, η συνορεύουσα ζώνη, η Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη και η υφαλοκρηπίδα μιας νήσου καθορίζονται σύμφωνα με τις διατάξεις που εφαρμόζονται σε άλλο χερσαίο έδαφος». 

Τρίτον, στην παράγραφο 3 εισάγει τη μοναδική εξαίρεση: «βράχοι που δεν μπορούν να συντηρήσουν ανθρώπινη διαβίωση ή δική τους οικονομική ζωή δεν έχουν ΑΟΖ ή υφαλοκρηπίδα».


Το συμπέρασμα είναι νομικά κρίσιμο: η Σύμβαση δεν γνωρίζει «μισή» ΑΟΖ. Ένα γεωγραφικό μόρφωμα είτε είναι νησί με πλήρη δικαιώματα, είτε είναι βράχος του άρθρου 121 παρ.3 χωρίς ΑΟΖ/υφαλοκρηπίδα. Δεν υπάρχει ενδιάμεση κατηγορία. Το δικαίωμα αυτό υπάρχει ipso facto και ab initio από τη στιγμή που υπάρχει κυριαρχία στο νησί.


2. Η τουρκική προσέγγιση


Η Άγκυρα, μη συμβαλλόμενο μέρος στην UNCLOS, μετατοπίζει τη συζήτηση από την ύπαρξη του δικαιώματος στην οριοθέτησή του. 

Προβάλλει δύο επιχειρήματα:
Πρώτον, την αρχή της ευθυδικίας και των «ειδικών περιστάσεων». Υποστηρίζει ότι το Αιγαίο είναι μια ημίκλειστη θάλασσα με ιδιαίτερη γεωγραφία και ότι η απόδοση πλήρους επήρειας σε κάθε ελληνικό νησί θα απέκλειε την Τουρκία από θαλάσσιες ζώνες, παραβιάζοντας την αρχή της μη αποκοπής.
Δεύτερον, την αναλογικότητα με βάση το μήκος των ακτών.


Πρόκειται για επιχειρήματα που έχουν θέση στη φάση της οριοθέτησης, όχι στη φάση της ύπαρξης του δικαιώματος. Κανένα διεθνές δικαστήριο δεν έχει αποφανθεί ότι τα νησιά δεν έχουν ΑΟΖ. Αυτό που έχει κάνει είναι να προσαρμόσει την επήρειά τους.


3. Τι δείχνει η νομολογία της Χάγης 

Η διεθνής δικαιοσύνη ακολουθεί πλέον μια σταθερή μεθοδολογία τριών σταδίων: 

α) χάραξη προσωρινής μέσης γραμμής / ίσης απόστασης, 

β) προσαρμογή αν συντρέχουν σχετικές περιστάσεις, 

γ) έλεγχος αναλογικότητας του αποτελέσματος.


Τρία παραδείγματα φωτίζουν την πρακτική:


Ρουμανία κατά Ουκρανίας (2009) - Η Νήσος των Όφεων. Το Διεθνές Δικαστήριο έδωσε στο Φιδονήσι, μια ακατοίκητη έκταση 0,17 τ.χλμ. 20 ναυτικά μίλια από τις ακτές, μόνο 12 ναυτικά μίλια χωρικά ύδατα και μηδενική επήρεια στην ΑΟΖ. Δεν το χαρακτήρισε καν «βράχο», απλώς έκρινε ότι αν του έδινε πλήρη επήρεια θα απέκοπτε δυσανάλογα τη ρουμανική ακτή.


Λιβύη κατά Μάλτας (1985). Στη Μάλτα, ένα ανεξάρτητο νησιωτικό κράτος, δόθηκε μειωμένη επήρεια έναντι της πολύ μεγαλύτερης λιβυκής ηπειρωτικής ακτής.


Νικαράγουα κατά Κολομβίας (2012). Μικρές απομακρυσμένες νησίδες της Κολομβίας κοντά στις ακτές της Νικαράγουας εγκλωβίστηκαν σε θύλακες 12 ναυτικών μιλίων.


Το μάθημα είναι σαφές: η επίκληση μιας απόφασης όπου ένα μικρό νησάκι πήρε μειωμένη επήρεια δεν μπορεί να μεταφερθεί αυτομάτως στο Αιγαίο. Κάθε υπόθεση κρίνεται με βάση το μέγεθος, την κατοίκηση, την οικονομική ζωή, τη θέση του νησιού σε σχέση με τη μέση γραμμή και το αν αποτελεί μέρος αρχιπελάγους.


Το Καστελλόριζο είναι κατοικημένο νησί με Δήμο, οικονομική ζωή και αποτελεί μέρος του συμπλέγματος της Δωδεκανήσου. 

Η Κρήτη, η Ρόδος, η Κάρπαθος και η Κάσος έχουν εκατοντάδες χιλιόμετρα ακτογραμμής και εκατοντάδες χιλιάδες κατοίκους. Νομικά είναι αδιανόητο να εξομοιωθούν με το Φιδονήσι. Αντιθέτως, για μικρές ακατοίκητες νησίδες όπως η Ρω ή η Στρογγύλη, είναι ρεαλιστικό ένα δικαστήριο να εξετάσει φωμειωμένη επήρεια, χωρίς αυτό να αναιρεί το δικαίωμα ύπαρξης.


4. Μπορούμε να πάμε στη Χάγη;


Το 1976 η Ελλάδα προσέφυγε μονομερώς στο Διεθνές Δικαστήριο για την υφαλοκρηπίδα του Αιγαίου. Στις 19 Δεκεμβρίου 1978 το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν είχε δικαιοδοσία. Δεν δικαίωσε την Τουρκία, ούτε απέρριψε την Ελλάδα επί της ουσίας. Απλώς είπε ότι δεν μπορεί να δικάσει χωρίς κοινή αποδοχή


Αυτό ισχύει και σήμερα. Η Τουρκία δεν έχει αποδεχθεί τη γενική υποχρεωτική δικαιοδοσία του Δικαστηρίου. Απαιτείται ειδική συμφωνία, το λεγόμενο συνυποσχετικό, που θα ορίζει με σαφήνεια το αντικείμενο της διαφοράς. 

Εδώ βρίσκεται το πραγματικό αδιέξοδο: η Αθήνα ορίζει ως διαφορά την οριοθέτηση υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ, η Άγκυρα θέλει να συμπεριλάβει ζητήματα αποστρατιωτικοποίησης, κυριαρχίας νησίδων και εύρους χωρικών υδάτων.


Συμπέρασμα


Τρία συμπεράσματα προκύπτουν για την ελληνική στρατηγική:
Πρώτον, η κυριαρχία σε ένα νησί και η αναγνώριση των θαλάσσιων δικαιωμάτων του είναι διαφορετικό νομικό ζήτημα από τον προσδιορισμό της επήρειάς του κατά την οριοθέτηση.
Δεύτερον, η μέση γραμμή είναι η αφετηρία της σύγχρονης νομολογίας, αλλά όχι το αυτόματο τέλος της. Μπορεί να προσαρμοστεί.
Τρίτον, δεν υπάρχει κανόνας που να εξασφαλίζει εκ των προτέρων πλήρη ή μειωμένη επήρεια για όλα τα νησιά.

Για την Ελλάδα αυτό σημαίνει ότι η θέση της είναι νομικά ισχυρή στο θεμελιώδες επίπεδο: τα νησιά έχουν ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδα. Η συστηματική μελέτη της νομολογίας, όμως, είναι απαραίτητη όχι για να αποδείξει ότι έχει δίκιο, αλλά για να αξιολογήσει ρεαλιστικά τι μπορεί να σημαίνει αυτό το δίκιο σε μια αίθουσα δικαστηρίου. 

Η διεθνής δικαιοσύνη δεν λειτουργεί με προκαθορισμένο χάρτη. Κρίνει με βάση τα συγκεκριμένα πραγματικά και νομικά δεδομένα κάθε υπόθεσης.