Η Βουλή δεν είναι πρωινάδικο

Νικόλαος Τζώρτζης 05 Νοε 2026

Την ώρα που τα νοικοκυριά ασφυκτιούν από την ακρίβεια, οι νέοι αδυνατούν να εξασφαλίσουν αξιοπρεπή στέγη, οι εργαζόμενοι βλέπουν την ανασφάλεια να μεγαλώνει και γενικά μεγάλο ποσοστό των πολιτών χάνει την εμπιστοσύνη τους στους θεσμούς, τα κομματικά επιτελεία φαίνεται να έχουν άλλες προτεραιότητες: αναζητούν τηλεοπτικά αναγνωρίσιμα πρόσωπα για να στελεχώσουν τα ψηφοδέλτιά τους. Η πολιτική εκπροσώπηση χαρακτηρίζεται από την αρχή της ήσσονος προσπάθειας, καθώς αντιμετωπίζεται ολοένα περισσότερο ως επικοινωνιακή επένδυση και η συγκρότηση των ψηφοδελτίων θυμίζει casting τηλεοπτικής εκπομπής. Σαν να αρκεί μία γνώριμη φυσιογνωμία από τα πρωινάδικα, τα γήπεδα ή τα νυκτερινά κέντρα διασκέδασης για να διεκδικήσει μία θέση στο Κοινοβούλιο.

Ας είμαστε σαφείς: κάθε πολίτης έχει δικαίωμα να συμμετέχει στην πολιτική ζωή, ανεξάρτητα από το επάγγελμα, την κοινωνική του διαδρομή ή τον βαθμό δημοσιότητάς του. Η πολιτική έχει ανάγκη από ανθρώπους της επιστήμης, του πολιτισμού, του αθλητισμού, της δημοσιογραφίας και της παραγωγής. Η δημόσια παρουσία μπορεί ασφαλώς να συνυπάρχει με ουσιαστική γνώση, κοινωνική προσφορά και πολιτική συγκρότηση.

Εκείνο που οφείλουν να αξιολογούν τα κόμματα είναι η προσωπική διαδρομή, το γνωστικό υπόβαθρο, η επαγγελματική και κοινωνική εμπειρία, η εξειδίκευση και, κυρίως, η δυνατότητα κάθε υποψηφίου να συμβάλει στην παραγωγή πολιτικής. Ένα ακαδημαϊκό υπόβαθρο ή μία επιτυχημένη επαγγελματική πορεία δεν εγγυώνται αυτομάτως πολιτική επάρκεια ή ρητορική δεινότητα. Αποτελούν, όμως, σημαντικά εφόδια, όταν συνοδεύονται από κρίση, συνέπεια και διάθεση δημόσιας προσφοράς.

Η πολιτική εμπειρία προσφέρει παραδείγματα που αξίζει να προβληματίσουν. Η περίπτωση του Αλέξη Γεωργούλη στο ΣΥΡΙΖΑ και εκείνη της Εύας Καϊλή στο ΠΑΣΟΚ, με τις σοβαρές πολιτικές και δικαστικές συνέπειες που ακολούθησαν τις υποθέσεις τους, υπενθυμίζουν πόσο σημαντική είναι η ευθύνη των κομμάτων κατά την επιλογή όσων τα εκπροσωπούν. Με πλήρη σεβασμό στο τεκμήριο αθωότητας και χωρίς να προδικάζεται η δικαστική έκβαση των υποθέσεων, το πολιτικό δίδαγμα παραμένει: η δημοσιότητα δεν απαλλάσσει τις κομματικές ηγεσίες από την υποχρέωση ουσιαστικής αξιολόγησης των υποψηφίων τους.

Υπάρχει, βεβαίως, και ο αντίποδας. Η Μελίνα Μερκούρη, με τη διεθνή καλλιτεχνική της ακτινοβολία, απέδειξε ότι ένας άνθρωπος του πολιτισμού μπορεί να αφήσει ισχυρό αποτύπωμα στην πολιτική ζωή. Ως υπουργός Πολιτισμού υπηρέτησε με όραμα και συνέπεια μια δημόσια πολιτική, συνδέοντας το όνομά της με τη διεκδίκηση της επιστροφής των Γλυπτών του Παρθενώνος και την ανάδειξη του ελληνικού πολιτισμού. Η περίπτωσή της καταδεικνύει τί μπορεί να προσφέρει ένας άνθρωπος με δημόσια παρουσία, εφόσον διαθέτει πολιτική συγκρότηση, πάθος και παράγει ουσιαστικό έργο.

Σε κάθε περίπτωση, η ευθύνη των κομμάτων είναι κρίσιμη και δεν μπορεί να μετακυλίεται στους ψηφοφόρους ή να αποδίδεται εκ των υστέρων αποκλειστικά στα ίδια τα πρόσωπα. Οι κομματικές ηγεσίες και τα αρμόδια κομματικά όργανα αποφασίζουν ποιοι θα στελεχώσουν τα ψηφοδέλτια, με ποια κριτήρια θα επιλεγούν και ποια πρόσωπα θα αναδειχθούν ως εκπρόσωποι της πολιτικής τους πρότασης. Γνωρίζουν ότι η προβολή ενός δημοφιλούς προσώπου μπορεί να προσφέρει πρόσκαιρο επικοινωνιακό όφελος. Οφείλουν, όμως, να σταθμίζουν και το βάρος της πολιτικής και κοινοβουλευτικής ευθύνης. Όταν επιλέγουν με γνώμονα την τηλεοπτική απήχηση, αναλαμβάνουν και την ευθύνη για την οικτρή εκ του αποτελέσματος ποιότητα της εκπροσώπησης που προσφέρουν στους πολίτες.

Ακόμη μεγαλύτερο προβληματισμό προκαλεί η ελαφρότητα με την οποία ορισμένα κομματικά στελέχη σπεύδουν να ενθαρρύνουν, να υποδεχθούν και να προβάλλουν περιχαρείς τέτοιες υποψηφιότητες ως δήθεν πολιτικά επιτεύγματα. Όταν η ανακοίνωση μίας ενδεχόμενης υποψηφιότητας τηλεοπτικού προσώπου γίνεται αφορμή για δημόσιους επαίνους και πανηγυρικές αναρτήσεις, το πρόβλημα αποκτά και μία δεύτερη διάσταση: αφορά πλέον όχι μόνο εκείνους που λαμβάνουν τις αποφάσεις, αλλά και εκείνους που επιλέγουν να τις παρουσιάσουν ως δείγμα πολιτικής ανανέωσης. Η ανανέωση, άλλωστε, κρίνεται από την πολιτική αξία που μπορεί να προσφέρει κάθε υποψήφιος.

Μία απογοητευμένη, θυμωμένη και οικονομικά εξουθενωμένη κοινωνία δεν περιμένει από τα κόμματα να ανανεώσουν το τηλεοπτικό τους πάνελ. Περιμένει να ανανεώσουν την πολιτική τους πρόταση και να αποδείξουν ότι διαθέτουν ανθρώπινο δυναμικό ικανό να την υπηρετήσει με βούληση και επιχειρήματα.

Η Βουλή είναι το κορυφαίο αντιπροσωπευτικό και νομοθετικό όργανο της χώρας, εξ ου και απαιτεί ανθρώπους που μπορούν να μελετούν νομοσχέδια, να ελέγχουν την εκτελεστική εξουσία, να κατανοούν σύνθετα οικονομικά, κοινωνικά και θεσμικά ζητήματα και να εκπροσωπούν με υπευθυνότητα τους πολίτες. Η κοινοβουλευτική ιδιότητα συνεπάγεται ευθύνη, σοβαρότητα, προετοιμασία και διαρκή λογοδοσία.

Η πολιτική ανανέωση είναι αναγκαία και η ευθύνη για την ποιότητά της ανήκει πρωτίστως σε εκείνους που διαμορφώνουν τα ψηφοδέλτια και καθορίζουν τις επιλογές των κομμάτων. Η αξιοπιστία του πολιτικού συστήματος κρίνεται και από τα πρόσωπα στα οποία εμπιστεύεται τη δημόσια εκπροσώπηση των πολιτών. Τα κόμματα λοιπόν οφείλουν να αντιμετωπίζουν αυτή την επιλογή με τη σοβαρότητα και υπευθυνότητα που απαιτεί η δημοκρατική λειτουργία.

Καλό είναι να μην λησμονείται ότι η Βουλή δεν είναι χώρος τηλεοπτικής προβολής και τα ψηφοδέλτια δεν είναι λίστες δημοφιλών προσώπων. Είναι η αφετηρία της κοινοβουλευτικής εκπροσώπησης και προάσπισης των συμφερόντων μίας κοινωνίας που έχει κάθε δικαίωμα να απαιτεί πολύ περισσότερα από το πολιτικό της προσωπικό και να μην αρκείται σε λίγους γνώριμους τηλεοπτικούς μαϊντανούς.