Από τη Γάζα και τη Χάγη έως το Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο, η κρίση της διεθνούς νομιμότητας αφορά άμεσα την Ελλάδα.
Η απονομή του Νόμπελ Ειρήνης 2026 στη Νοτιοαφρικανή νομικό Ναβανέθεμ «Νάβι» Πιλάι δεν αποτελεί απλώς μια προσωπική διάκριση για μια δικαστικό με μακρά διαδρομή στην υπεράσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία η διεθνής νομιμότητα δοκιμάζεται, οι πολεμικές συγκρούσεις επαναφέρουν τα πιο σκοτεινά ερωτήματα του 20ού αιώνα και οι διεθνείς θεσμοί καλούνται να αποδείξουν αν μπορούν να λειτουργήσουν ανεξάρτητα από τις επιδιώξεις των ισχυρών,
Για την Ελλάδα, η συζήτηση αυτή δεν είναι ούτε μακρινή ούτε θεωρητική. Μια χώρα που επικαλείται συστηματικά το διεθνές δίκαιο, τη διεθνή δικαιοσύνη και τον σεβασμό των συνόρων έχει άμεσο συμφέρον να υπερασπίζεται την καθολική εφαρμογή των κανόνων. Όχι μόνο όταν αυτοί εξυπηρετούν τις δικές της θέσεις, αλλά και όταν η εφαρμογή τους δημιουργεί πολιτικό κόστος ή δυσκολεύει τις σχέσεις με συμμάχους.
Μια βράβευση με θεσμικό και πολιτικό βάρος
Η Νάβι Πιλάι διαθέτει μια διαδρομή που εκτείνεται από τη δικαιοσύνη της μεταπολεμικής λογοδοσίας έως την κορυφή του διεθνούς δικαστικού θα συστήματος. Υπηρέτησε ως δικαστής στο Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο για τη Ρουάντα, διετέλεσε Ύπατη Αρμοστής του ΟΗΕ για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα από το 2008 έως το 2014 και υπηρέτησε στο Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο. Έχει επίσης αναλάβει δικαστικό ρόλο στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης, ενώ μέχρι πρόσφατα προήδρευε της Ανεξάρτητης Διεθνούς Εξεταστικής Επιτροπής του ΟΗΕ για τα Κατεχόμενα Παλαιστινιακά Εδάφη, συμπεριλαμβανομένης της Ανατολικής Ιερουσαλήμ, και για το Ισραήλ.
Η Νορβηγική Επιτροπή Νόμπελ αιτιολόγησε τη βράβευση με αναφορά στη συμβολή της στην ειρήνη, στο διεθνές δίκαιο και στη λογοδοσία για διεθνή εγκλήματα. Το μήνυμα είναι ευρύτερο από την αξιολόγηση μιας συγκεκριμένης σύγκρουσης: σε μια εποχή κατά την οποία η πολιτική ισχύς επιχειρεί συχνά να υπερισχύσει των θεσμικών περιορισμών, η προστασία του διεθνούς δικαίου αποτελεί προϋπόθεση για τη σταθερότητα και την ειρηνική συνύπαρξη.
Το Νόμπελ δεν συνιστά δικαστική απόφαση ούτε υποκαθιστά τις διαδικασίες των διεθνών δικαστηρίων. Είναι, όμως, μια πολιτική και ηθική δήλωση για τη σημασία των θεσμών και των προσώπων που επιμένουν στη λογοδοσία, ακόμη και όταν αυτή προκαλεί ισχυρές αντιδράσεις.
Η Γάζα και το βάρος των λέξεων
Η βράβευση της Πιλάι συνδέεται αναπόφευκτα με το έργο της επιτροπής του ΟΗΕ για τη Γάζα. Τον Σεπτέμβριο του 2025, η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το Ισραήλ έχει διαπράξει γενοκτονία στη Λωρίδα της Γάζας. Η έκθεση εξέτασε συγκεκριμένες πράξεις και στοιχεία σχετικά με την πρόθεση που απαιτείται για τον νομικό χαρακτηρισμό της γενοκτονίας.
Η διατύπωση αυτή είναι εξαιρετικά σοβαρή και δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως μια ακόμη επικοινωνιακή αντιπαράθεση. Χρειάζεται, ωστόσο, ακρίβεια: το συμπέρασμα της Εξεταστικής Επιτροπής του ΟΗΕ είναι πόρισμα ανεξάρτητου διερευνητικού οργάνου και όχι τελεσίδικη δικαστική απόφαση. Η διάκριση δεν μειώνει τη σημασία του πορίσματος· διασφαλίζει ότι η συζήτηση γίνεται με τους όρους της ίδιας της διεθνούς έννομης τάξης.
Παράλληλα, η υπόθεση που έχει καταθέσει η Νότια Αφρική κατά του Ισραήλ στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης αφορά την ευθύνη του κράτους βάσει της Σύμβασης για τη Γενοκτονία. Η έκδοση προσωρινών μέτρων και η εξέλιξη της διαδικασίας δεν πρέπει να συγχέονται με τελική κρίση επί της ουσίας. Το Διεθνές Δικαστήριο και το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο είναι διαφορετικοί θεσμοί, με διαφορετικές αρμοδιότητες: το πρώτο κρίνει διαφορές μεταξύ κρατών, ενώ το δεύτερο εξετάζει την ατομική ποινική ευθύνη για συγκεκριμένα διεθνή εγκλήματα.
Αυτές οι διακρίσεις έχουν ουσία. Αν το διεθνές δίκαιο πρόκειται να λειτουργήσει ως κοινό πλαίσιο, δεν μπορεί να επικαλείται κανείς τις διαδικασίες του μόνο όταν το αποτέλεσμα είναι πολιτικά βολικό. Ούτε, από την άλλη πλευρά, μπορεί να προεξοφλεί δικαστικές κρίσεις ή να παρουσιάζει κάθε διερευνητικό πόρισμα σαν τελεσίδικη καταδίκη.
Το ζητούμενο είναι να διερευνηθούν οι καταγγελίες, να αξιολογηθούν τα στοιχεία και να υπάρξει λογοδοσία σύμφωνα με τους κανόνες που τα ίδια τα κράτη έχουν αποδεχθεί.
Η ισραηλινή αντίδραση και η πολιτική της απαξίωσης
Η αντίδραση του ισραηλινού υπουργείου Εξωτερικών υπήρξε ιδιαίτερα επιθετική. Σε ανάρτηση που αποδίδεται στον επίσημο λογαριασμό του υπουργείου, η Πιλάι παρουσιάστηκε ως υποψήφια για ένα υποθετικό βραβείο «ψεύδους, μίσους και αιματηρών συκοφαντιών», ενώ η ανακοίνωση κατέληγε με την αιχμηρή αναφορά ότι ο Γιόζεφ Γκέμπελς «σίγουρα χειροκροτεί από την κόλαση».
Η αναφορά στον Γκέμπελς, τον υπουργό προπαγάνδας της ναζιστικής Γερμανίας, δεν είναι μια συνηθισμένη πολιτική διαφωνία. Είναι μια απόπειρα να απονομιμοποιηθεί η ίδια η κριτική, μέσω ενός ιστορικά φορτισμένου χαρακτηρισμού. Η τακτική αυτή μπορεί να προκαλεί εντυπώσεις, δεν απαντά όμως από μόνη της στα ευρήματα μιας διεθνούς εξεταστικής επιτροπής ούτε υποκαθιστά την τεκμηριωμένη νομική επιχειρηματολογία.
Ασφαλώς, οι διεθνείς οργανισμοί και οι επιτροπές τους δεν είναι υπεράνω κριτικής. Τα συμπεράσματά τους πρέπει να ελέγχονται ως προς τη μεθοδολογία, τα στοιχεία και τη νομική τους βάση. Όμως άλλο πράγμα είναι η ουσιαστική αμφισβήτηση ενός πορίσματος και άλλο η προσωπική επίθεση σε εκείνους που το συνέταξαν ή το εκπροσώπησαν.
Η διάκριση αυτή έχει ευρύτερη σημασία. Όταν η κριτική σε μια κυβέρνηση μετατρέπεται αυτομάτως σε εχθρική ενέργεια κατά ενός κράτους, όταν η επίκληση του διεθνούς δικαίου αντιμετωπίζεται ως πολιτική προκατάληψη και όταν οι διεθνείς θεσμοί γίνονται αποδεκτοί μόνο εφόσον επιβεβαιώνουν τις εθνικές αφηγήσεις, τότε η ίδια η έννοια της διεθνούς λογοδοσίας αποδυναμώνεται.
Η Ουάσιγκτον, ο Τραμπ και τα όρια της ισχύος
Η υπόθεση της Πιλάι αναδεικνύει και ένα ευρύτερο πρόβλημα: τη σχέση ανάμεσα στην πολιτική ισχύ και στους διεθνείς κανόνες. Η διεθνής τάξη μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο στηρίχθηκε, τουλάχιστον ως θεσμική φιλοδοξία, στην ιδέα ότι η ισχύς δεν αρκεί για να δικαιολογήσει κάθε πράξη. Η απαγόρευση της επιθετικής χρήσης βίας, η προστασία των αμάχων και η δίωξη των σοβαρότερων διεθνών εγκλημάτων δημιουργήθηκαν ακριβώς για να περιορίσουν την αυθαιρεσία.
Σήμερα, όμως, η πολυμερής συνεργασία αμφισβητείται από διαφορετικές κατευθύνσεις. Η πολιτική «πρώτα η χώρα μου», οι επιλεκτικές συμμαχίες, η εργαλειοποίηση των διεθνών θεσμών και η αμφισβήτηση της ανεξαρτησίας τους ενισχύουν την εντύπωση ότι οι κανόνες δεσμεύουν περισσότερο τους αδύναμους παρά τους ισχυρούς.
Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και η συζήτηση γύρω από τον Ντόναλντ Τραμπ και τη σχέση του με το Νόμπελ Ειρήνης. Το 2025, η Μαρία Κορίνα Ματσάδο, βραβευμένη με το Νόμπελ Ειρήνης εκείνης της χρονιάς, παρέδωσε το μετάλλιό της στον Τραμπ, κίνηση που προκάλεσε διεθνή συζήτηση για τη συμβολική χρήση του βραβείου. Στο περιβάλλον της ανακοίνωσης της βράβευσης της Πιλάι, αποδόθηκε επίσης σε εκείνη ένα ειρωνικό σχόλιο για το ενδεχόμενο να μοιραστεί το βραβείο της με τον Αμερικανό πρόεδρο.
Πέρα από το συγκεκριμένο περιστατικό, η ουσία βρίσκεται αλλού: η ειρήνη δεν είναι προσωπικό τρόπαιο ούτε επικοινωνιακό προνόμιο. Δεν ταυτίζεται με την προβολή ενός ηγέτη ως ειρηνοποιού, αλλά κρίνεται από τις πολιτικές, τις συνέπειες και τον σεβασμό των κανόνων που προστατεύουν τους ανθρώπους από τη βία.
Η Ευρώπη απέναντι στα δύο μέτρα και δύο σταθμά
Η ευρωπαϊκή αντίδραση στις διεθνείς κρίσεις αποτελεί κρίσιμο μέρος του προβλήματος. Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει επενδύσει πολιτικά στην ιδέα ότι η ισχύς της δεν στηρίζεται μόνο στην οικονομία ή στην άμυνα, αλλά και στην προσήλωση σε κανόνες, θεσμούς και δικαιώματα. Η αξιοπιστία της, όμως, δοκιμάζεται όταν η εφαρμογή αυτών των αρχών φαίνεται να διαφοροποιείται ανάλογα με το ποιος είναι ο εμπλεκόμενος.
Η αυστηρή επίκληση του διεθνούς δικαίου σε μια σύγκρουση και η επιφυλακτικότητα σε μια άλλη, όταν υπάρχουν ισχυρές συμμαχικές ή οικονομικές σχέσεις, δημιουργούν μια αντίφαση που δεν περνά απαρατήρητη. Δεν σημαίνει ότι όλες οι συγκρούσεις είναι ίδιες ή ότι κάθε νομική αξιολόγηση πρέπει να καταλήγει στο ίδιο συμπέρασμα. Σημαίνει ότι τα ίδια κριτήρια πρέπει να εφαρμόζονται με συνέπεια και ότι οι διαφορές πρέπει να εξηγούνται με στοιχεία και νομικά επιχειρήματα, όχι με πολιτικές συμπάθειες.
Η επιλεκτικότητα έχει κόστος. Αποδυναμώνει τη δυνατότητα της Ευρώπης να πείθει τρίτες χώρες ότι οι διεθνείς κανόνες αποτελούν κοινό αγαθό και όχι εργαλείο που ενεργοποιείται μόνο εναντίον αντιπάλων. Επιπλέον, ενισχύει την επιχειρηματολογία όσων θεωρούν ότι το διεθνές σύστημα δεν είναι παρά η θεσμική έκφραση των συσχετισμών ισχύος.
Αν η Ευρώπη θέλει να διατηρήσει την πολιτική της αξιοπιστία, πρέπει να αποδείξει ότι η προστασία των αμάχων, η διερεύνηση πιθανών εγκλημάτων και η ανεξαρτησία της δικαιοσύνης δεν εξαρτώνται από τη γεωπολιτική ταυτότητα του κατηγορουμένου.
Γιατί αφορά άμεσα την Ελλάδα
Για την Ελλάδα, η υπεράσπιση της διεθνούς νομιμότητας δεν είναι μια αφηρημένη ηθική επιλογή. Είναι μέρος της στρατηγικής της αυτοπροστασίας. Σε ένα περιβάλλον όπου οι διαφορές για θαλάσσιες ζώνες, κυριαρχικά δικαιώματα, ασφάλεια και περιφερειακή επιρροή συνδέονται με τον συσχετισμό δυνάμεων, η ύπαρξη κοινών κανόνων αποτελεί σημαντικό αντίβαρο στην υπεροχή της στρατιωτικής ή οικονομικής ισχύος.
Η Ελλάδα έχει εύλογο συμφέρον να επιμένει ότι οι διαφορές πρέπει να επιλύονται με βάση το διεθνές δίκαιο και τις προβλεπόμενες διαδικασίες. Αυτή η θέση, όμως, αποκτά πραγματική αξιοπιστία μόνο εφόσον διατυπώνεται ως αρχή και όχι ως επιχείρημα που ενεργοποιείται κατά περίπτωση.
Η σύγκρουση στη Γάζα, οι διαδικασίες στη Χάγη και οι αντιδράσεις απέναντι σε διεθνείς επιτροπές θέτουν ένα ερώτημα που αφορά και την ελληνική εξωτερική πολιτική: μπορεί η Αθήνα να υπερασπίζεται σταθερά τη διεθνή νομιμότητα, ακόμη και όταν αυτό απαιτεί δύσκολες δημόσιες τοποθετήσεις ή προκαλεί τριβές με εταίρους και συμμάχους;
Η απάντηση δεν απαιτεί εξίσωση ανόμοιων υποθέσεων ούτε εγκατάλειψη των στρατηγικών συνεργασιών. Απαιτεί σαφή διάκριση ανάμεσα στη συμμαχία και στην άνευ όρων πολιτική κάλυψη. Οι σύμμαχοι μπορούν να συνεργάζονται στενά, χωρίς να συμφωνούν σε όλα και χωρίς να παραιτούνται από το δικαίωμα να ζητούν συμμόρφωση με το διεθνές δίκαιο.
Το ίδιο ισχύει και στην Ανατολική Μεσόγειο. Η Ελλάδα δεν μπορεί να ζητά από τη διεθνή κοινότητα να στηρίζει την αρχή της ειρηνικής επίλυσης των διαφορών όταν αφορά τις δικές της θέσεις και ταυτόχρονα να αντιμετωπίζει την ίδια αρχή ως δευτερεύουσα όταν δυσκολεύει τις σχέσεις της με άλλους εταίρους. Η συνέπεια δεν αποτελεί πολυτέλεια, είναι μέρος της αξιοπιστίας μιας χώρας που στηρίζει σημαντικό τμήμα της διπλωματικής της επιχειρηματολογίας στη διεθνή νομιμότητα.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η Αθήνα πρέπει να υιοθετεί αυτομάτως κάθε πόρισμα διεθνούς οργάνου. Σημαίνει ότι οφείλει να υπερασπίζεται την ανεξαρτησία των διαδικασιών, την εξέταση των αποδεικτικών στοιχείων και την εφαρμογή των ίδιων νομικών αρχών χωρίς επιλεκτικές εξαιρέσεις.
Το πραγματικό διακύβευμα του Νόμπελ
Η βράβευση της Νάβι Πιλάι δεν λύνει τη σύγκρουση στη Γάζα, δεν υποκαθιστά τα διεθνή δικαστήρια και δεν εγγυάται ότι οι κυβερνήσεις θα συμμορφωθούν με τις αποφάσεις ή τις υποχρεώσεις τους. Αναδεικνύει, ωστόσο, μια κρίσιμη επιλογή για τη διεθνή κοινότητα: αν οι κανόνες θα εξακολουθήσουν να αποτελούν σημείο αναφοράς ή αν θα υποχωρήσουν μπροστά στην πολιτική και στρατιωτική ισχύ.
Το διεθνές δίκαιο δεν είναι πανάκεια. Η εφαρμογή του εξαρτάται από πολιτικές αποφάσεις, θεσμικές δυνατότητες και πραγματικούς συσχετισμούς. Η αδυναμία του, όμως, να επιβληθεί με τον ίδιο τρόπο σε όλους δεν αποτελεί επιχείρημα για την εγκατάλειψή του. Αντίθετα, είναι λόγος να ενισχυθούν οι θεσμοί, να προστατευθεί η ανεξαρτησία τους και να περιοριστεί η επιλεκτική συμμόρφωση.
Για την Ελλάδα, το δίδαγμα είναι συγκεκριμένο. Η διεθνής νομιμότητα δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως ρητορικό καταφύγιο για τις εθνικές διεκδικήσεις. Πρέπει να αποτελεί σταθερό άξονα εξωτερικής πολιτικής, ακριβώς επειδή μια χώρα μεσαίου μεγέθους δεν μπορεί να στηρίζει την ασφάλειά της αποκλειστικά στην εκάστοτε ισορροπία ισχύος.
Το Νόμπελ της Πιλάι επαναφέρει, τελικά, ένα ερώτημα που υπερβαίνει το πρόσωπο της βραβευμένης και την ίδια την υπόθεση της Γάζας: θέλουμε ένα διεθνές σύστημα στο οποίο οι κανόνες δεσμεύουν όλους ή έναν κόσμο όπου κάθε ισχυρός αποφασίζει πότε τον συμφέρει να τους επικαλείται;
Για την Ελλάδα, η επιλογή θα έπρεπε να είναι σαφής. Η υπεράσπιση του διεθνούς δικαίου δεν έχει αξία μόνο όταν δικαιώνει τις δικές μας θέσεις. Έχει αξία κυρίως όταν αποδεικνύουμε ότι είμαστε διατεθειμένοι να υπερασπιστούμε την ίδια αρχή και στις δύσκολες περιπτώσεις. Εκεί κρίνεται η αξιοπιστία μιας χώρας — και εκεί δοκιμάζεται το πραγματικό νόημα της ειρήνης.