Το τουρκολιβυκό μνημόνιο - Επτά χρόνια στρατηγικής αποτυχίας

Νικόλαος Τζώρτζης 22 Οκτ 2026

Η απόφαση της «Βουλής» της ανατολικής Λιβύης, στις 20 Οκτωβρίου 2026, να εγκρίνει το τουρκολιβυκό μνημόνιο του 2019 αποτελεί μια σοβαρή γεωπολιτική εξέλιξη για την Ελλάδα. Επτά χρόνια μετά την υπογραφή του, η Τουρκία εξακολουθεί να επενδύει στη συγκεκριμένη συμφωνία, να διευρύνει και να παγιώνει τα ερείσματά της στη Λιβύη, μία περιοχή κρίσιμη για τα ελληνικά κυριαρχικά δικαιώματα και τις ισορροπίες στην Ανατολική Μεσόγειο.

Η Αθήνα ορθώς επισημαίνει ότι το μνημόνιο ουδεμία νομική υπόσταση έχει και ότι είναι αντίθετο προς το Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας, καθώς αγνοεί τα δικαιώματα των ελληνικών νησιών σε θαλάσσιες ζώνες. Όμως η νομική επιχειρηματολογία, όσο ισχυρή και αν είναι, δεν επαρκεί. Η εξωτερική πολιτική δεν κρίνεται μόνο από το αν έχεις δίκιο ή αν επικαλείσαι το διεθνές δίκαιο, αλλά και από το αν μπορείς να διαμορφώνεις συσχετισμούς, να προλαμβάνεις δυσμενείς εξελίξεις και να μετατρέπεις τη διεθνή στήριξη σε απτά στρατηγικά αποτελέσματα.

Το 2019, όταν υπεγράφη το μνημόνιο, η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας διαβεβαίωνε ότι η Τουρκία θα απομονωνόταν διπλωματικά. Έκτοτε, η Ελλάδα ενίσχυσε τις διεθνείς συνεργασίες της και υπέγραψε συμφωνίες οριοθέτησης θαλασσίων ζωνών με την Ιταλία και την Αίγυπτο. Πρόκειται για σημαντικές κινήσεις, οι οποίες, ωστόσο, δεν αναιρούν το γεγονός ότι το τουρκολιβυκό μνημόνιο παραμένει ενεργό πολιτικό εργαλείο της Άγκυρας και ότι η ελληνική διπλωματία καλείται εκ νέου να αντιμετωπίσει μία δυσμενή εξέλιξη.

Εδώ ακριβώς βρίσκεται η αντίφαση της Νέας Δημοκρατίας. Ένα κόμμα που έχει αναγάγει την προάσπιση των εθνικών συμφερόντων και την κατά κόρον επίκληση στην πατρίδακαι τις εθνολαϊκιστικές κορώνες σε βασικό στοιχείο της πολιτικής του ταυτότητας οφείλει να κρίνεται από τα αποτελέσματα της διακυβέρνησής του και όχι από τις έωλες διακηρύξεις προς άγραν ψήφων. Δεν αρκεί να επικαλείται την ισχύ της χώρας, τις συμμαχίες της και το διεθνές της αποτύπωμα, όταν κρίσιμες εκκρεμότητες παραμένουν ανοιχτές και οι γεωπολιτικοί αντίπαλοι της Ελλάδας εξακολουθούν να προωθούν τις επιδιώξεις τους.

Η εξωτερική πολιτική της κυβέρνησης μοιάζει, σε αυτή την υπόθεση, να περιορίζεται στη διαχρονική διαχείριση του προβλήματος: μία ανακοίνωση καταδίκης, μία επίκληση του Διεθνούς Δικαίου, μία διπλωματική παρέμβαση και, στη συνέχεια, αναμονή για την επόμενη εξέλιξη. Όμως, η διαχείριση δεν συνιστά επίλυση. Η καταγραφή μιας παραβίασης δεν αποτρέπει την παγίωσή της. Και σίγουρα η επανάληψη του αυτονόητου δεν αποτελεί στρατηγική.

Ο εμφύλιος πόλεμος της Λιβύης, η πολιτική διάσπαση και ο κατακερματισμός της, ο ανταγωνισμός των δύο ισχυρότερων κέντρων εξουσίας και η τουρκική παρουσία ήταν δεδομένα. Ακριβώς γι’ αυτό, η Ελλάδα όφειλε να διαθέτει μια συνεκτική, μακροπρόθεσμη στρατηγική για την οικοδόμηση σχέσεων και επιρροής τόσο στην Τρίπολη όσο και στη Βεγγάζη. Η πρόσφατη εξέλιξη επιβάλλει να εξεταστεί αν αυτή η στρατηγική υπήρξε επαρκής, αν εφαρμόστηκε με συνέπεια και αν αξιολογήθηκαν έγκαιρα οι μεταβαλλόμενοι συσχετισμοί.

Η πολιτική ευθύνη έχει συγκεκριμένους αποδέκτες. Ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης φέρει την ευθύνη για τη συνολική κατεύθυνση της εξωτερικής πολιτικής των διαδοχικώνκυβερνήσεών του. Ο Νίκος Δένδιας, υπουργός Εξωτερικών κατά την υπογραφή του μνημονίου το 2019, οφείλει να κριθεί για τους αρχικούς χειρισμούς και τη στρατηγική που διαμορφώθηκε τότε. Ο νυν υπουργός Εξωτερικών Γιώργος Γεραπετρίτης οφείλει να λογοδοτήσει για την πορεία της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής προς τη Λιβύη, την αξιολόγηση των εξελίξεων και την ετοιμότητα της Αθήνας απέναντι στη νέα πραγματικότητα.

Βεβαίως, αυτό δεν σημαίνει ότι οι τρεις τους ευθύνονται αποκλειστικά για κάθε μεταβολή στη Λιβύη. Σημαίνει, όμως, ότι οφείλουν τον απολογισμό τον απολογισμό των ενεργειών και παραλείψεών τους ενώπιον της Βουλής. Η πολιτική ευθύνη αφορά τις επιλογές, τις προτεραιότητες, τις παραλείψεις και, τελικά, την απόσταση ανάμεσα στις διακηρύξεις και στα αποτελέσματα.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, επανέρχεται και το ζήτημα της επέκτασης της ελληνικής αιγιαλίτιδας ζώνης στα 12 ναυτικά μίλια νοτίως και δυτικώς της Κρήτης, ως η δέουσα απάντηση στις προκλητικές ενέργειες Τουρκίας και Λιβύης. Η Ελλάδα διαθέτει το σχετικό δικαίωμα βάσει του Δικαίου της Θάλασσας. Η άσκησή του απαιτεί σοβαρή προετοιμασία και ολοκληρωμένο σχεδιασμό, όχι επικοινωνιακές εξαγγελίες, σπασμωδικές κινήσεις, ούτε φυσικά φοβική αδράνεια. Είναι η κατάλληλη συγκυρία, ώστε η κυβέρνηση να εξηγήσει πώς προτίθεται να διασφαλίσει και αξιοποιήσει τα νόμιμα δικαιώματα της χώρας και με ποία στρατηγική θα ενισχύσει την ελληνική παρουσία στην Ανατολική Μεσόγειο.

Επομένως, το τουρκολιβυκό μνημόνιο είναι ένα επιμέρους επεισόδιο μίας αντίληψης εξωτερικής πολιτικής που κινδυνεύει να συγχέει τη διαχείριση με τη στρατηγική, την αντίδραση με την πρωτοβουλία και τις διακηρύξεις με τα αποτελέσματα. Η Νέα Δημοκρατία οφείλει να εξηγήσει πώς συμβιβάζεται η διαρκής επίκληση των εθνικών συμφερόντων με το γεγονός ότι, επτά χρόνια μετά, το συγκεκριμένο ζήτημα παραμένει ανοιχτό και η Τουρκία εξακολουθεί να αξιοποιεί τη συμφωνία ως εργαλείο περιφερειακής επιρροής.

Η Ελλάδα δεν χρειάζεται μια εξωτερική πολιτική που απλώς παρακολουθεί τις εξελίξεις και αντιδρά εκ των υστέρων. Χρειάζεται στρατηγικό σχεδιασμό, σταθερή παρουσία, έγκαιρη πρόβλεψη και πρωτοβουλίες που θα υπηρετούν με συνέπεια τα εθνικά συμφέροντα. Χρειάζεται, πάνω απ’ όλα, πολιτική ηγεσία που να αντιλαμβάνεται ότι η υπεράσπιση των δικαιωμάτων της χώρας δεν εξαντλείται στην ορθή διατύπωση των θέσεών της.

Επτά χρόνια μετά, ο απολογισμός επιβάλλεται. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης, ο Νίκος Δένδιας και ο Γιώργος Γεραπετρίτης οφείλουν να αναλάβουν την πολιτική ευθύνη που αναλογεί στον καθένα για την πορεία της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής. Και η Νέα Δημοκρατία οφείλει να απαντήσει σε ένα απλό ερώτημα: όταν η μονοπωλιακή προάσπιση των εθνικών συμφερόντων, η κατά κόρον επίκληση στην πατρίδα και οι εθνολαϊκιστικές κορώνες αποτελούν την προμετωπίδα της, πώς δικαιολογείται μία εξωτερική πολιτική πουδιαχειρίζεται διαρκώς τις εκκρεμότητες, αντί να εργάζεται με σχέδιο για την επίλυσή τους; Γιατί το εθνικό συμφέρον δεν προστατεύεται με συνθήματα και ανακοινώσεις. Προστατεύεται με στρατηγική, πρωτοβουλία, ανάληψη του όποιου πολιτικού κόστους και απτά αποτελέσματα.