Η συζήτηση για τη φορολογία στην Ελλάδα περιστρέφεται συνήθως γύρω από ένα ερώτημα: πληρώνουμε πολλούς ή λίγους φόρους;
Υπάρχει όμως και ένα δεύτερο, ίσως εξίσου σημαντικό, που συζητάμε λιγότερο: τι είδους φόρους πληρώνουμε;
Η διάκριση δεν είναι τεχνική λεπτομέρεια. Έχει σημασία τόσο για την αποτελεσματικότητα του φορολογικού συστήματος όσο και για τον τρόπο με τον οποίο κατανέμεται το φορολογικό βάρος.
Τι δείχνουν τα στοιχεία
Τα συγκρίσιμα στοιχεία του 2024 για τις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης δίνουν μια αρκετά καθαρή και ενδιαφέρουσα εικόνα.
Η Ελλάδα αντλεί από έμμεσους φόρους έσοδα ίσα με το 17,1% του ΑΕΠ της, έναντι 12,9% στην Ευρωπαϊκή Ένωση, και βρίσκεται στην 4η θέση μεταξύ των 27 χωρών.
Στους άμεσους φόρους η εικόνα αντιστρέφεται. Τα έσοδα στην Ελλάδα αντιστοιχούν στο 11,1% του ΑΕΠ της, έναντι 13,3% στην ΕΕ, και η χώρα βρίσκεται στη 15η θέση.
Τα έσοδα από ΦΠΑ αντιστοιχούν στην Ελλάδα στο 9,0% του ΑΕΠ, έναντι 7,1% στην ΕΕ.
Στον φόρο εισοδήματος φυσικών προσώπων συμβαίνει το αντίθετο: τα έσοδα είναι 6,6% του ΑΕΠ στην Ελλάδα, έναντι 9,6% στην ΕΕ.
Στον φόρο εταιρικών κερδών, τέλος, η διαφορά είναι ουσιαστικά ανύπαρκτη: 3,0% του ΑΕΠ στην Ελλάδα έναντι 3,1% στην ΕΕ.
Μέχρι εδώ δεν χρειάζεται καμία αξιολογική κρίση. Αυτά είναι τα στοιχεία.
Γιατί έχει σημασία το μείγμα
Ας επαναλάβω μερικά γνωστά και πολυσυζητημένα.
Οι άμεσοι και οι έμμεσοι φόροι έχουν διαφορετικά χαρακτηριστικά.
Οι άμεσοι φόροι προσφέρονται περισσότερο για δικαιότερη κατανομή του φορολογικού βάρους, επειδή μπορούν να προσαρμοστούν στη φοροδοτική ικανότητα. Στη φορολογία εισοδήματος, για παράδειγμα, όσο αυξάνεται το εισόδημα μπορεί να αυξάνεται όχι μόνο ο φόρος που καταβάλλεται, αλλά και το ποσοστό του εισοδήματος που αντιστοιχεί σε φόρο.
Οι έμμεσοι φόροι είναι συνήθως ευκολότεροι και ασφαλέστεροι στην είσπραξη. Ο ΦΠΑ, για παράδειγμα, ενσωματώνεται στην οικονομική συναλλαγή και η είσπραξή του στηρίζεται σε μια αλυσίδα καταγραφής των συναλλαγών.
Έχουν όμως ένα διαφορετικό χαρακτηριστικό: λαμβάνουν πολύ λιγότερο υπόψη τη φοροδοτική ικανότητα. Ο ίδιος συντελεστής ΦΠΑ επιβαρύνει την ίδια αγορά ανεξάρτητα από το εισόδημα του καταναλωτή. Και επειδή τα χαμηλότερα εισοδήματα καταναλώνουν κατά κανόνα μεγαλύτερο μέρος του διαθέσιμου εισοδήματός τους, η έμμεση φορολογία τα επιβαρύνει αναλογικά περισσότερο.
Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε άμεσος φόρος είναι δίκαιος και κάθε έμμεσος άδικος. Ούτε ότι ένα σύγχρονο φορολογικό σύστημα μπορεί να λειτουργήσει χωρίς σημαντικά έσοδα από την κατανάλωση.
Σημαίνει όμως ότι η σχέση ανάμεσα στις δύο κατηγορίες αποτελεί ουσιαστική επιλογή φορολογικής πολιτικής.
Και εδώ τα ελληνικά στοιχεία αποκτούν ιδιαίτερο ενδιαφέρον.
Το ελληνικό φορολογικό σύστημα στηρίζεται, συγκριτικά με την υπόλοιπη Ευρωπαϊκή Ένωση, περισσότερο στην κατηγορία των φόρων που είναι ευκολότερο να εισπραχθούν, αλλά έχουν μικρότερη δυνατότητα να διαφοροποιούν το φορολογικό βάρος ανάλογα με το εισόδημα.
Αναδεικνύεται έτσι ένα προφανές ζήτημα φορολογικής πολιτικής: δεν έχει σημασία μόνο πόσους φόρους εισπράττει το κράτος, αλλά και από ποιους φόρους αντλεί τα έσοδά του.
Εδώ αρχίζει η πολιτική
Οι μειώσεις ή οι αυξήσεις συγκεκριμένων φόρων είναι μέτρα. Πολιτική είναι να προσδιορίσουμε ποιο φορολογικό σύστημα θέλουμε, πώς θέλουμε να κατανέμεται το φορολογικό βάρος και ποια σχέση άμεσων και έμμεσων φόρων θεωρούμε επιθυμητή.
Η σημερινή απόκλιση της Ελλάδας από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο θέτει επομένως ένα πολιτικό ερώτημα: θεωρούμε επιθυμητό να περιοριστεί; Και αν ναι, προς ποια κατεύθυνση, σε ποιον βαθμό και σε ποιον χρονικό ορίζοντα; Οι επιμέρους φορολογικές παρεμβάσεις αποκτούν τότε νόημα ως μέσα για την επίτευξη ενός συγκεκριμένου στόχου.
Στη ΔΕΘ ο Κυριάκος Μητσοτάκης και ο Νίκος Ανδρουλάκης παρουσίασαν διαφορετικές προσεγγίσεις.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης έδωσε έμφαση σε στοχευμένες μειώσεις φορολογικών επιβαρύνσεων και στη στήριξη του διαθέσιμου εισοδήματος. Υποστήριξε αφενός ότι μόνο περιορισμένο μέρος μιας μείωσης του ΦΠΑ μεταφέρεται τελικά στις τιμές και αφετέρου ότι μια οριζόντια μείωση ωφελεί ανεξαρτήτως εισοδήματος. Προέκρινε, αντί γι’ αυτήν, τη χρησιμοποίηση του διαθέσιμου δημοσιονομικού χώρου για περισσότερο στοχευμένες παρεμβάσεις.
Ο Νίκος Ανδρουλάκης έδωσε μεγαλύτερη έμφαση στο βάρος της έμμεσης φορολογίας, συνδέοντάς το και με την ακρίβεια. Πρότεινε στοχευμένη και προσωρινή μείωση του ΦΠΑ σε βασικά αγαθά και του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης στα καύσιμα, παράλληλα με αλλαγές στην άμεση φορολογία.
Οι δύο προσεγγίσεις είναι διαφορετικές.
Υπάρχει όμως ένα ερώτημα που δεν απαντήθηκε. Από τις τοποθετήσεις Μητσοτάκη και Ανδρουλάκη στη ΔΕΘ δεν προκύπτει ένας συγκεκριμένος, ποσοτικοποιημένος στόχος για τη μελλοντική σχέση άμεσων και έμμεσων φόρων.
Να δεχτώ ότι ένα τέτοιο συγκεκριμένο και ποσοτικοποιημένο ερώτημα δεν τους τέθηκε.
Ίσως, λοιπόν, αξίζει να τεθεί:
Με βάση τα δεδομένα, 17,1% του ΑΕΠ είναι οι έμμεσοι φόροι στην Ελλάδα έναντι 12,9% στην ΕΕ και 11,1% οι άμεσοι έναντι 13,3% στην ΕΕ.
Θεωρείτε επιθυμητή τη σταδιακή μετατόπιση του ελληνικού φορολογικού μείγματος από τους έμμεσους προς τους άμεσους φόρους;
Και, εφόσον η απάντηση είναι θετική: ποιος είναι ο στόχος σας, σε ποιον χρονικό ορίζοντα και με ποια συγκεκριμένα μέτρα θα επιτευχθεί;
Η απάντηση δεν είναι αυτονόητη. Και ακριβώς γι’ αυτό είναι πολιτικό ερώτημα.
Δεν αρκεί να γνωρίζουμε ποιον φόρο προτείνει κάθε κόμμα να μειώσει ή να αυξήσει. Χρειάζεται να γνωρίζουμε ποιο φορολογικό σύστημα επιδιώκει να διαμορφώσει και πώς τα επιμέρους μέτρα υπηρετούν αυτόν τον στόχο.
Γιατί τελικά η πολιτική δεν είναι το άθροισμα των μέτρων. Είναι ο στόχος που θέτουμε και η συνεκτική επιλογή των μέσων για να τον πετύχουμε.
Πηγές
• Eurostat, Taxrevenuestatistics — στοιχεία 2024 και διάκριση άμεσων/έμμεσων φόρων (ESA 2010).
• Eurostat, Main national accounts tax aggregates (gov_10a_taxag).
• European Commission, Data on Taxation Trends — αναλυτικοίδείκτες ΦΠΑ, PIT και CIT, ενημέρωση 2026.
• Συνέντευξη Τύπου Κυριάκου Μητσοτάκη στην 90ή ΔΕΘ, 7 Σεπτεμβρίου 2026.
• Ομιλία Νίκου Ανδρουλάκη στην 90ή ΔΕΘ, 12 Σεπτεμβρίου 2026.
• Συνέντευξη Τύπου Νίκου Ανδρουλάκη στην 90ή ΔΕΘ, 13 Σεπτεμβρίου 2026.